αἰγοπρόσωπος

αἰγο-πρόσωπος, ον,
A goat-faced, Hdt.2.46; stamped with a goat's face, Aët.7.101.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιγοπρόσωπος — αἰγοπρόσωπος, ον (Α) αυτός που έχει πρόσωπο κατσίκας …   Dictionary of Greek

  • αἰγοπρόσωπος — goat faced masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγοπρόσωπον — αἰγοπρόσωπος goat faced masc/fem acc sg αἰγοπρόσωπος goat faced neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσωπο — Μέρος της κεφαλής που βρίσκεται κάτω από το μπροστινό τμήμα του κρανίου. Ο σκελετός του αποτελείται από 6 ζυγά οστά (άνω γνάθος, ζυγωματικό οστό, δακρυϊκό οστό, ρινικό οστό, κάτω ρινική κόγχη, υπερώιον) και από δύο μονά (κάτω γνάθος και ύνις)· τα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.